Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2010

Τέλος εποχής για τις ΗΠΑ η «αποχώρηση» από το Ιράκ

Απο την προσωπική Ιστοσελίδα του κου. Άρη Χατζηστεφάνου:


 
Picture
Κατερίνα Κιτίδη
Άρης Χατζηστεφάνου


Οι Βρετανοί συνειδητοποίησαν το τέλος της αυτοκρατορίας τους με την κρίση του Σουέζ, ενώ οι Γάλλοι αποχαιρέτησαν την αποικιοκρατία όταν έχασαν την Αλγερία. Θα μπορούσε άραγε το Ιράκ και το Αφγανιστάν να σηματοδοτήσουν με ανάλογο τρόπο
το τέλος της αμερικανικής αυτοκρατορίας; Αν το συγκεκριμένο ερώτημα είχε τεθεί στην Ευρώπη ή την Ασία θα το χαρακτηρίζαμε αυτομάτως ευσεβές πόθο ξεπεσμένων υπερδυνάμεων. Όταν όμως τίθεται από τους New York Times, την ημέρα που ο Μπαράκ Ομπάμα ανακοινώνει την αποχώρηση των τελευταίων μάχιμων στρατιωτικών μονάδων από το Ιράκ, αποκτά διαφορετική βαρύτητα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να μη θέλουν να παραδεχθούν ότι έχασαν τους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν αλλά αδυνατούν να παρουσιάσουν έστω και ένα λογικοφανές σχέδιο για την απαγκίστρωσή τους. Στην πραγματικότητα βέβαια κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι έχασαν τον πόλεμο γιατί απλούστατα καμία από τις δυο στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν φαίνεται να τελειώνει στο ορατό μέλλον.
Η πολυδιαφημιζόμενη αποχώρηση των αμερικανών στρατιωτών από το Ιράκ αποδεικνύεται επικοινωνιακό τέχνασμα αφού το Πεντάγωνο αφήνει πίσω του 50.000 στρατιώτες, 100.000 μισθοφόρους και σχεδόν 100 στρατιωτικές βάσεις, μέσω των οποίων φιλοδοξεί να ελέγχει το Ιράκ και την ενεργειακή πολιτική του. Το Ιράκ παραμένει μια διαλυμένη και εν πολλοίς ακυβέρνητη χώρα, στην οποία σκοτώθηκαν σχεδόν 550 άνθρωποι μόνο τον περασμένο μήνα. Αντίστοιχα στο Αφγανιστάν τα κατοχικά στρατεύματα βυθίζονται μέρα με την ημέρα στο βάλτο ενός αδιέξοδου πολέμου, ο οποίος προσφέρει συνεχώς στρατιωτικές νίκες στους Ταλιμπάν.
Οι τελευταίοι έχουν κερδίσει τη νομιμοποίηση στα μάτια του αφγανικού λαού, ενόσω ο άνθρωπος των ΗΠΑ στην Καμπούλ χάνει συνέχεια πόντους από τη διαφθορά και το νεποτισμό του καθεστώτος του. Το γεγονός ότι αποτελεί τη μόνη λύση για την Ουάσινγκτον, τη θέτει σε ένα φαύλο κύκλο, η μόνη έξοδος απ’ τον οποίο –η αποχώρηση των στρατευμάτων της τον Ιούλιο του 2011– θα σηματοδοτήσει και την ήττα της.
Φυσικά χωρίς λήξη των πολεμικών επιχειρήσεων δεν υπάρχουν ακόμη νικητές και ηττημένοι. Υπάρχουν όμως σαφείς αποδείξεις ότι η αμερικανική ισχύς έφτασε τα όριά της και ακολουθεί πλέον πορεία αναδίπλωσης. Η οικονομική κρίση μετατρέπεται σε ανοιχτή πληγή για μια αυτοκρατορία που δεν μπορεί πλέον να στέλνει με άνεση τα στρατεύματα της σε κάθε γωνιά του πλανήτη.


Μη φοβάστε... δεν φεύγουν

Σκιές στρατιωτών διαγράφονται στην οθόνη με φόντο το ηλιοβασίλεμα στην έρημο του Κουβέιτ. Το μήνυμα δεν πρέπει απλώς να γίνει κατανοητό αλλά και να εγγραφεί στο συλλογικό υποσυνείδητο των κατοίκων ολόκληρου του πλανήτη. Οι στρατιώτες αποχωρούν. Η ημέρα τελειώνει. Η αυτοκρατορία ήλθε είδε και, αν δεν νίκησε, τουλάχιστον φεύγει με αξιοπρέπεια και όχι κυνηγημένη από την ταράτσα της αμερικανικής πρεσβείας, όπως συνέβαινε πριν από μερικές δεκαετίες στη Σαϊγκόν.
Δεν χρειάζεται φυσικά να έχει κανείς γνώσεις κινηματογραφιστή για να καταλάβει ότι τα επιλεγμένα πλάνα που δόθηκαν στη δημοσιότητα από την αποχώρηση των τελευταίων μάχιμων μονάδων από τα σύνορα του Ιράκ με το Κουβέιτ είχαν σκηνοθετηθεί μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Μόνο που αυτή τη φορά στην πάνινη καρέκλα του σκηνοθέτη κάθονταν άνθρωποι του Πενταγώνου που επιχειρούσαν να στήσουν τη δική τους εικονική πραγματικότητα. Κανένας φυσικά δεν θέλησε να καταγράψει ότι λίγα μόλις 24ωρα μετά τη χολιγουντιανή αποχώρηση εισήλθαν στο Ιράκ 5.000 στρατιώτες από το 3ο μηχανοκίνητο σύνταγμα πεζικού. «Μην έχετε αυταπάτες, δεν φεύγουν» εξηγούσε ο βετεράνος δημοσιογράφος και ντοκιμαντερίστας Τζον Πίλγκερ. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο πολεμικός ανταποκριτής του Ιντιπέντεντ Ρόμπερτ Φισκ: Το 2003 είχε σπεύσει να γνωρίσει τον πρώτο αμερικανό στρατιώτη που πάτησε το πόδι του σε ιρακινό έδαφος μετά την εισβολή – αυτή τη φορά δεν σκέφτηκε καν να αναζητήσει τον τελευταίο που θα φύγει. Και οι δυο δημοσιογράφοι γνώριζαν πολύ καλά ότι το Πεντάγωνο αφήνει πίσω όχι έναν αλλά 50.000 στρατιώτες, ουσιαστικά δηλαδή το ένα τρίτο των κατοχικών στρατευμάτων που στάθμευαν στη χώρα τα τελευταία χρόνια. Σε αυτούς θα πρέπει να προσθέσει κανείς και τους 100.000 μισθοφόρους που παραμένουν στις θέσεις τους και σύντομα αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά. Αν κατάφερε κάτι ο αμερικανός πρόεδρος δεν ήταν φυσικά να τερματίσει τον πόλεμο, όπως ο ίδιος ήθελε να δηλώνει αλλά απλώς να τον ιδιωτικοποιήσει. Οι ίδιες ιδιωτικές εταιρείες (όπως η Xe, διάδοχος της διαβόητης Blackwater) που είχαν αναλάβει τα βασανιστήρια, τις ανακρίσεις και τις πιο βρόμικες αποστολές εξόντωσης ιρακινών πολιτών θα συνεχίσουν ανενόχλητες το έργο τους στη γκρίζα ζώνη του διεθνούς δικαίου.
Για τη στέγαση των συγκεκριμένων δυνάμεων το Πεντάγωνο εργαζόταν πυρετωδώς τους τελευταίους μήνες ώστε να ετοιμάσει 94 απόρθητες στρατιωτικές βάσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Είκοσι από αυτές είναι πραγματικές πόλεις με κινηματογράφους, εστιατόρια, γυμναστήρια, χώρους αναψυχής και φυσικά τα δικά τους αεροδρόμια για τον ανεφοδιασμό σε υλικά και ανθρώπινο δυναμικό. Υποτιμώντας τη νοημοσύνη ολόκληρου του πλανήτη, με τρόπο που μόνο ο Τζορτζ Μπους τολμούσε να κάνει, ο Ομπάμα και οι επιτελείς του επιμένουν ότι οι δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες παραμένουν στο Ιράκ με μοναδική αποστολή να εκπαιδεύσουν τον ιρακινό στρατό και την αστυνομία. Και για να μην υπάρχουν αμφιβολίες για το πόσο ακόμη θα παραμείνουν στη χώρα, αξιωματούχοι του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας εξηγούσαν ότι η εκπαίδευση των Ιρακινών δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί πριν από το 2020! Η μόνη εξήγηση είναι ότι στην πραγματικότητα δεν τους εκπαιδεύουν για στρατιώτες αλλά για... γιατρούς – και θα παραμείνουν στη χώρα μέχρι να τελειώσουν και το αγροτικό τους.
Ουσιαστικά οι ΗΠΑ δημιουργούν στο Ιράκ αυτόνομους στρατιωτικούς θύλακες που θα αναλαμβάνουν να πνίγουν στο αίμα πιθανές εξεγέρσεις και να επιβάλουν τη θέληση της Ουάσινγκτον όταν δεν τα καταφέρνει η κυβέρνηση - μαριονέτα της Βαγδάτης. Τα μέλη της εκάστοτε κυβέρνησης θα κατοικοεδρεύουν φυσικά μέσα στην οχυρωμένη «πράσινη ζώνη» της ιρακινής πρωτεύουσας, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι αν ξεμυτίσουν έστω και για λίγα λεπτά κινδυνεύουν να τους κομματιάσει το πλήθος. Ρόλο συντονιστή των δεκάδων στρατιωτικών βάσεων αλλά και της εκάστοτε κυβέρνησης θα παίζει φυσικά η νέα αμερικανική πρεσβεία της Βαγδάτης – ένα γιγαντιαίο κτιριακό συγκρότημα, το οποίο ξεπερνά σε μέγεθος το κράτος του Βατικανού. Μόνο μέσα στο συγκεκριμένο κτίριο θα εργάζονται 2.500 διπλωμάτες τους οποίους θα προστατεύουν 7.000 ένοπλοι φρουροί ιδιωτικών εταιρειών ασφαλείας. Μόνο για τις μετακινήσεις των συγκεκριμένων διπλωματών έξω από την πράσινη ζώνη (επιχείρηση για την οποία απαιτείται η κινητοποίηση τεθωρακισμένων οχημάτων αλλά και εναέριων μέσων) οι ΗΠΑ αναμένεται να δαπανήσουν 2,5 δισ. δολάρια μέσα στον επόμενο χρόνο.
Μια από τις βασικότερες αρμοδιότητες της πρεσβείας, όπως εξηγούσε και ο Τζον Πίλγκερ, είναι να προστατεύει τα συμφέροντα των αμερικανικών και άλλων ξένων εταιρειών, στις οποίες έχει παραχωρηθεί για εκμετάλλευση το 60% των ιρακινών αποθεμάτων πετρελαίου. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφηκαν τα περισσότερα από αυτά τα συμβόλαια είναι τόσο ύποπτες ώστε οι ΗΠΑ θα πρέπει να διατηρήσουν ισχυρότατες στρατιωτικές δυνάμεις για τουλάχιστον μια δεκαετία – έως ότου δηλαδή μια φιλική κυβέρνηση να μπορεί να ανανεώσει τις συμφωνίες με όρους αγοράς και όχι με όρους στρατιωτικής κατοχής.
Το Πεντάγωνο λοιπόν δεν αποχωρεί από το Ιράκ αλλά αναδιατάσσει τις δυνάμεις του με στόχο να προστατεύσει τα συμφέροντα συγκεκριμένων πολυεθνικών και να διατηρήσει στρατιωτικά ορμητήρια για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Παρ’ όλα αυτά ακόμη και η συμβολική αποχώρηση που έστησε ο αμερικανός πρόεδρος προσφέρεται για την εξαγωγή πολύτιμων συμπερασμάτων όχι μόνο για το ρόλο που θα παίξει η Ουάσινγκτον στην περιοχή αλλά και για την ίδια την ισχύ της αμερικανικής υπερδύναμης.
Ύστερα από επτά χρόνια στρατιωτικών επιχειρήσεων που στοίχισαν συνολικά τη ζωή 1 εκατ. Ιρακινών και τον ξεριζωμό ακόμη 4 εκατ., οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν ουσιαστικά τον έλεγχο της χώρας. Οι αμερικανοί φορολογούμενοι χρεώθηκαν τουλάχιστον κατά ένα τρισεκατομμύριο δολάρια, ενώ ορισμένες από τις φτωχότερες οικογένειες των ΗΠΑ θρηνούν περίπου 5.000 αμερικανούς στρατιώτες ή αναγκάζονται να ζήσουν με τους περίπου 40.000 σακατεμένους τραυματίες. Παρ’ όλα αυτά η ισχυρότερη πολεμική μηχανή που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα δεν κατάφερε να καθυποτάξει έναν περήφανο λαό και έτσι να ανακτήσει έναν από τους τέσσερις βασικούς πυλώνες της ισχύος της στη Μέση Ανατολή (μαζί με το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία και την ολοκληρωτικά χαμένη υπόθεση του Ιράν). Αντιθέτως η Ουάσινγκτον επαναφέροντας στην εξουσία τους σιίτες του Ιράκ κατάφερε να στρέψει τη χώρα στην αγκαλιά της Τεχεράνης, που αποτελεί το θρησκευτικό αλλά και πολιτικό φάρο των απανταχού σιιτών.
Ποια είναι λοιπόν η απάντηση στο ερώτημα που έθετε έστω και ακροθιγώς ο συντάκτης των New York Times εάν δηλαδή το Ιράκ θα αποτελέσει για την αμερικανική υπερδύναμη ότι ήταν η κρίση του Σουέζ για τη βρετανική αυτοκρατορία και η εγκατάλειψη της Αλγερίας για τη γαλλική αποικιοκρατία; Αρκετά πιο μετρημένος στις εκτιμήσεις του ο βρετανικός Economist σημείωνε αυτή την εβδομάδα ότι είναι νωρίς για να μιλήσει κανείς για το λυκόφως της αμερικανικής ισχύος. Ούτως η άλλως, αν εξαιρέσουμε το τεράστιο οικονομικό κόστος, η απώλεια 5.000 στρατιωτών δεν είναι ιδιαίτερα βαρύς φόρος αίματος για μια υπερδύναμη που θέλει να ελέγχει το ενεργειακό μέλλον της Ευρώπης και μεγάλων περιοχών του πλανήτη. Και το Ιράκ μπορεί να μη βρίσκεται υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ αλλά σίγουρα η κατάσταση για την Ουάσινγκτον είναι πιο ευνοϊκή σε σχέση με τα τελευταία χρόνια της κυριαρχίας του Σαντάμ Χουσεΐν.
Παρ’ όλα αυτά το Ιράκ και το Αφγανιστάν έφεραν στην επιφάνεια τα συμπτώματα της λεγόμενης αυτοκρατορικής υπερεπέκτασης, όπως την είχε προβλέψει πριν από μερικά χρόνια ο ιστορικός Πολ Κένεντι. Χωρίς ορατή έξοδο από την οικονομική κρίση, η οποία ροκανίζει τα θεμέλια των δυτικών μητροπόλεων και ενώ το κέντρο βάρους της οικονομικής δραστηριότητας μετατοπίζεται συνεχώς προς ανατολάς, είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν επιπτώσεις και στη γεωπολιτική ισχύ. Φυσικά, τα 700 δισεκατομμύρια δολάρια που δαπανά ετησίως για στρατιωτικό εξοπλισμό (σχεδόν δηλαδή όσο το άθροισμα των υπολοίπων χωρών του πλανήτη) θα εξασφαλίσουν στις ΗΠΑ στρατιωτική υπεροχή για αρκετά ακόμη χρόνια. Όπως όμως το Βιετνάμ αποτέλεσε έκφανση της πολιτικής και οικονομικής κρίσης που αντιμετώπισε η Αμερική της δεκαετίας του ’70 έτσι και το Ιράκ και το Αφγανιστάν μαρτυρούν το τέλος μιας εποχής. Ο 21ος αιώνας δεν θα είναι αμερικανικός.


Η ήττα μοναδική επιλογή των Αμερικανών στο Αφγανιστάν


Στρατιωτική επικράτηση επί των Ταλιμπάν και συμμαχία με το ντόπιο πληθυσμό; Κατάρτιση ενός οργανωμένου σχεδίου για την ανοικοδόμηση του Αφγανιστάν; Σταδιακή παράδοση της εξουσίας στους Αφγανούς για τη διαχείρηση του στρατού και των οικονομικο-πολιτικών θεσμών της χώρας; Ούτε ένας από τους διακηρυγμένους στόχους των αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν δεν φαίνεται κοντά στην εκπλήρωσή του. Το τέλμα στο οποίο βρίσκονται οι Αμερικανοί μοιάζει αχανές και ανυπέρβλητο.
Η μόνη διέξοδός τους –η υλοποίηση του σχεδίου για αποχώρηση των στρατευμάτων τους τον Ιούλιο του 2011– θα είναι απλώς η επισημοποίηση της ήττας τους. Και αυτό, οι Ταλιμπάν το ξέρουν και αδημονούν: «Οι Αμερικανοί έχουν το ρολόι, αλλά εμείς έχουμε το χρόνο», λένε.
Έχουν το χρόνο, και όλο και περισσότερο, τη στρατιωτική υπεροχή. Οι θάνατοι ξένων στρατιωτών στο Αφγανιστάν έφτασαν σε επίπεδα - ρεκόρ μέσα στο 2010, καθώς ήδη έχουν πεθάνει 490, σε σύγκριση με τους 521 που έχασαν τη ζωή τους σε ολόκληρο το 2009. Την προηγούμενη εβδομάδα, μέσα σε τέσσερις μόλις μέρες σκοτώθηκαν 20 αμερικανοί στρατιώτες, και γενικότερα η βία βρίσκεται στα χειρότερά της από το 2001, όταν εκδιώχθηκαν επισήμως οι Ταλιμπάν. Η παρουσίαση έστω και του ελάχιστου στοιχείου στρατιωτικής «προόδου» μοιάζει αδύνατη, με την κοινή γνώμη στην Αμερική ήδη να δυσανασχετεί, όταν ακούει πως το κόστος του πολέμου θα ξεπεράσει τα 3 τρισ. δολάρια ή διαβάζει ότι τόσο πολλοί στρατιώτες καταφεύγουν στον ψυχίατρο στο Αφγανιστάν, που δεν αρκούν οι γιατροί του στρατού για να τους βοηθήσουν.
Εξ ου και ο στρατηγός Πετρέους, ο νέος επικεφαλής των συμμαχικών δυνάμεων, ξεκίνησε «άλλα κόλπα» για να πείσει τους σκεπτικιστές ότι ο πόλεμος μπορεί να κερδηθεί. Άρχισε να δίνει στη δημοσιότητα απόρρητα στοιχεία από τις ειδικές επιχειρήσεις των επίλεκτων δυνάμεων (π.χ. ότι σκότωσαν ή συνέλαβαν 235 επικεφαλής των Ταλιμπάν τις τελευταίες 90 ημέρες) προκειμένου να δείξει πως και εκείνοι έχουν απώλειες – όχι μόνο οι Αμερικανοί και οι ΝΑΤΟϊκοί τους σύμμαχοι. Οι λεπτομέρειες στις συνεντεύξεις Τύπου του προβλημάτισαν την Ουάσινγκτον, γι’ αυτό και έσπευσε να διευκρινίσει ότι δεν πρόκειται για αλλαγή πολιτικής – απ’ την «ανοικοδόμηση» στο «καθάρισμα των εχθρών μας». Τη διευκρίνιση συνόδευσε με δημοσιοποίηση των νέων κατευθυντήριων γραμμών προς τους στρατιώτες: να επιβάλουν την ειρήνη σε μία περιοχή, κι ύστερα να αποχωρούν, χωρίς όμως να δίνουν απευθείας τον έλεγχο τις αφγανικές δυνάμεις. Προτεραιότητα έχει η εκπαίδευσή τους – κατά τα πρότυπα του Ιράκ, που στέφθηκαν με απόλυτη αποτυχία.
Οποιαδήποτε πολιτική, όμως, κι αν δοκίμασε η Ουάσινγκτον καταδικάστηκε σε αποτυχία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το σχέδιο χρήσης ντόπιων οπλαρχηγών ως συμπληρωματικών δυνάμεων στο στρατό και την αστυνομία. Όταν το εφάρμοσε στην επαρχία Νανγκαράρ, δίνοντας όπλα στη φυλή των Σινουάρι, το μόνο που κέρδισε ήταν ενδοφυλετικές διαμάχες, που οδήγησαν στο θάνατο δεκάδων αμάχων.
Ένας από τους λόγους που η Ουάσινγκτον δοκίμασε το σχέδιο εξοπλισμού φυλάρχων ήταν για να παρακάμψει τον Χαμίντ Καρζαΐ, η ηγεσία του οποίου είναι πλήρως απονομιμοποιημένη στα μάτια του αφγανικού λαού. Πρόσφατα, το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας διεξήγαγε έρευνα σε 92 αφγανικές περιοχές για να δει πώς βλέπουν οι κάτοικοί τους την κεντρική κυβέρνηση. Τα συμπεράσματα ήταν εντυπωσιακά: Δεν υπήρξε καμία περιοχή που να τη στηρίζει, ενώ 44 δήλωσαν ουδέτερη γνώμη. Όλες οι υπόλοιπες υποστήριξαν τους Ταλιμπάν. Μια παρόμοια έρευνα του ΝΑΤΟ εξέτασε τη γνώμη του λαού για τις τοπικές κυβερνήσεις σε 120 περιοχές. Στο 1/3 από αυτές, οι πολίτες χαρακτήρισαν την τοπική κυβέρνηση «δυσλειτουργική», σε άλλο 1/3 «αντιπαραγωγική» και σε 17 περιοχές «ανύπαρκτη».
Μία από τις αιτίες είναι η εκτεταμένη διαφθορά, που έχει πάψει από καιρό να αποτελεί κοινό μυστικό. Τον Ιανουάριο, τα Ηνωμένα Έθνη ανακοίνωσαν ότι οι Αφγανοί πλήρωσαν 2,5 δισ. δολάρια σε φακελάκια το 2009 – ποσό που αντιστοιχεί στο 1/4 του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. Η κυβέρνηση Καρζαΐ έχει θεωρητικά θεσμοθετήσει κάποια μέτρα για την αντιμετώπισή της, όπως τη δημιουργία δύο ξεχωριστών σωμάτων για τη σύλληψη των διεφθαρμένων αξιωματούχων, με τη βοήθεια αμερικανών ειδικών. Όταν όμως τον Ιούλιο το ένα από αυτά τα σώματα συνέλαβε έναν σύμβουλο του ίδιου του Καρζαΐ, εκείνος έσπευσε να τον απελευθερώσει, λέγοντας ότι ο τρόπος σύλληψης θύμιζε την περίοδο της σοβιετικής κατοχής και δημιουργούσε την εικόνα «αστυνομικού κράτους» για την κυβέρνησή του.
Το πρόβλημα της διαφθοράς επιδεινώνεται σπό την τακτοποίηση των ημετέρων, όπως εκ νέου αποδείχθηκε στην ιστορία της Καμπούλ Μπανκ, μίας από τις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας, που βρίσκεται στα όρια της κατάρρευσης. Βασικοί μέτοχοί της είναι ο αδερφός του Καρζαΐ, Μαχμούντ, και ο αδερφός του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Χασάν Φαχίμ. Βασική λειτουργία της να χαρίζει κεφάλαια σε συνεργάτες του αφγανού προέδρου, να χρηματοδοτεί τις προεκλογικές εκστρατείες του και να διαχειρίζεται τις μισθοδοσίες των κυβερνητικών υπαλλήλων – κάτι που αποτελεί εξαιρετικά κερδοφόρα επιχείρηση.
Ωστόσο, ελλείψει οποιαδήποτε εναλλακτικής πρότασης, οι ΗΠΑ συνεχίζουν να στηρίζουν τον άνθρωπό τους στην Καμπούλ. Στην πρόσφατη συνάντηση του Καρζαΐ με τον Μπάρακ Ομπάμα, ο αμερικανός πρόεδρος προσπάθησε να υποβαθμίσει τόσο τη δυσφορία για τον ομόλογό του, όσο και τις μεταξύ τους τριβές.
Παγιδευμένοι στο φαύλο κύκλο τους, οι Αμερικανοί δεν έχουν άλλη επιλογή απ’ το να χάσουν.


Εφημερίδα ΠΡΙΝ 5/9/2010
Related Posts with Thumbnails

Αρχειοθήκη ιστολογίου